Παρόλο που οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται, με ποσοστό άνω του 80%, ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών CO2, η εσωτερική κατανάλωση ενέργειας, με ποσοστό 14%, αποτελεί έναν παράγοντα τον οποίο μπορούμε να επηρεάσουμε άμεσα και, ως εκ τούτου, να επιτύχουμε καλύτερα αποτελέσματα στη μείωση των εκπομπών CO2.
Δεδομένου ότι η ενεργειακή κατανάλωση εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την επιτευχθείσα απόδοση της επιχείρησης, υπολογίζουμε ως γενικό δείκτη της διαχείρισης ενέργειας την ενεργειακή κατανάλωση σε σχέση με την προστιθέμενη αξία. Η προστιθέμενη αξία υπολογίζεται από τα επιτευχθέντα μικτά έσοδα σε εκατομμύρια ευρώ, μείον τα επιτευχθέντα κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) σε εκατομμύρια ευρώ.
Εδώ φαίνεται η επιτυχία των μέτρων που έχουν ληφθεί, καθώς ο δείκτης απόδοσης βελτιώνεται συνεχώς. (βλ.
τρέχουσα έκθεση βιωσιμότητας)
Αυτή η σημαντική βελτίωση της κατανάλωσης ενέργειας τα τελευταία χρόνια είναι αποτέλεσμα μιας πληθώρας
τεχνικών και οργανωτικών μέτρων, καθώς και δραστηριοτήτων για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας σε όλες τις εγκαταστάσεις.
Για να μπορέσουμε να μετρήσουμε την ενεργειακή απόδοση της εταιρείας μας καθώς και τις μεταβολές της, υπολογίζουμε τους λεγόμενους
«Δείκτες Ενεργειακής Απόδοσης», οι οποίοι συσχετίζουν την κατανάλωση ενέργειας της εταιρείας με άλλους επιχειρησιακούς δείκτες.
Λήψη Έκθεσης Βιωσιμότητας